σαρκασμός

E Victionario
Salire ad: navigationem, quaerere

Graeca Antiqua[+/-]

Formae aliae[+/-]

Notatio[+/-]

A σαρκάζω (sarcazō, rabie labrum mordere, vel dicere sarcasmon).

Nomen substantivum[+/-]

σᾰρκασμ|ός, -οῦ, ὁ masc.

  1. sarcasmus (-ī, masc.)

Declinatio[+/-]

sg. du. pl.
nom. σᾰρκασμός σᾰρκασμώ σᾰρκασμοί
gen. σᾰρκασμοῦ σᾰρκασμοῖν σᾰρκασμῶν
dat. σᾰρκασμῷ σᾰρκασμοῖν σᾰρκασμοῖς
acc. σᾰρκασμόν σᾰρκασμώ σᾰρκασμούς
voc. σᾰρκασμέ σᾰρκασμώ σᾰρκασμοί