γείνομαι

E Victionario
Salire ad: navigationem, quaerere
Γείνομαι

Graeca Antiqua[+/-]

Qsicon inArbeit.png Haec dictio adhuc stipula est. Amplificando eam adiuvabis Victionarium meliorari.

Formae aliae[+/-]

Notatio[+/-]

Pro γένϳομαι (genjomae), a radice Protindeuropaea *ǵen-.

Partes principales
praes. γείνομαι
fut. *
aor. I. *
aor. II. ἐγεινάμην
perf. I. *
perf. II. *
perf. med. *
pass. I. *
pass. II. *

Verbum deponens[+/-]

γείνομαι

  1. nascor (-i, natus sum) || (pass.; tantum cum radice praes.)
  2. (med.) Gignere.

Coniugatio[+/-]

Radix praesens γειν-
Praesens indicativum
med-pass. sg. du. pl.
I. γείνομαι γεινόμεθα
II. γείνῃ
γείνει
γείνεσθον γείνεσθε
III. γείνεται γείνεσθον γείνονται
Praesens subiunctivum
med-pass. sg. du. pl.
I. γείνωμαι γεινώμεθα
II. γείνῃ γείνησθον γείνησθε
III. γείνηται γείνησθον γείνωνται
Praesens optativum
med-pass. sg. du. pl.
I. γεινοίμην γεινοίμεθα
II. γείνοιο γείνοισθον γείνοισθε
III. γείνοιτο γεινοίσθην γείνοιντο
Imperfectum indicativum
med-pass. sg. du. pl.
I. ἐγεινόμην ἐγεινόμεθα
II. ἐγείνου ἐγείνεσθον ἐγείνεσθε
III. ἐγείνετο ἐγεινέσθην ἐγείνοντο
Praesens imperativum
med-pass. sg. du. pl.
II. γείνου γείνεσθον γείνεσθε
III. γεινέσθω γεινέσθων γεινεσθων
Praesens infinitivum
med-pass. γείνεσθαι
Participia praesens
med-pass.
m
f
n

γεινόμενος
γεινομένη
γεινόμενον

Radix aorista II. γειν-
Aoristum indicativum
med. sg. du. pl.
I. ἐγεινάμην ἐγεινάμεθα
II. ἐγείνω ἐγείνασθον ἐγείνασθε
III. ἐγεινάμεθα ἐγεινάσθην ἐγείναντο
Aoristum subiunctivum
med. sg. du. pl.
I. γείνωμαι γεινώμεθα
II. γείνῃ γείνησθον γείνησθε
III. γείνηται γείνησθον γείνωνται
Aoristum optativum
med. sg. du. pl.
I. γειναίμην γειναίμεθα
II. γείναιο γείναισθον γείναισθε
III. γείναιτο γειναίσθην γείναιντο
Aoristum imperativum
med. sg. du. pl.
II. γεῖναι γείνασθον γείνασθε
III. γεινάσθω γεινάσθων γεινάσθων
Aoristum infinitivum
med. γείνασθαι
Participia aorista
med.
m
f
n

γεινάμενος
γειναμένη
γεινάμενον